ΤΑ ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΛΑΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η παραγωγή αρωματικών λαδιών με βάση το ελαιόλαδο, ήταν ιδιαίτερα ανθηρή στην Αρχαία Ελλάδα της Εποχής του Χαλκού.
Αυτή η πληροφορία πηγάζει από κείμενα της Γραμμικής Β, αλλά και από επιγραφές της Κνωσού, των Μυκηνών και της Πύλου.
Σε αυτές χρησιμοποιούνται επίθετα, που δηλώνουν την χρήση διαφόρων φυτών στην παρασκευή των αρωματικών ελαίων, όπως: Ροδόεν ("από Ροδέλαιο" - Rose Otto, Attar of Rose / Hulthemia × Rosa), Σφακόεν ("από Φασκόμηλο" / Salvia officinalis ) και Κυπαιρόεν ("από Κύπειρο" - Κύπερος , Κύπειρος ή Κύπαιρος , Κύπειρον, Ερυσίσκηπτρον, Πάρις ή Μαλινάθαλλη / Cyperus Longus, Cyperus Niger, Cyperus Esculentus).

- Ως Εποχή του Ορείχαλκου ή Εποχή του Χαλκού εννοείται εκείνη η περίοδος ενός πολιτισμού κατά την οποία έχουν αναπτυχθεί μεταλλουργικές τεχνικές εξόρυξης του χαλκού από φυσικά κοιτάσματα και ανάμειξης του, με άλλα μέταλλα για την δημιουργία ορείχαλκου.
Στο Αιγαίο, η Χάλκινη Εποχή αρχίζει περίπου το 3000 π.Χ. με την εξέλιξη των εμπορικών δραστηριοτήτων των αρχαίων πολιτισμών.
Ο Μινωικός πολιτισμός (περ. 2700 - 1450 π.Χ.) είναι ο πρώτος εξελιγμένος πολιτισμός της Ευρώπης.
Στον Ελλαδικό χώρο, η Εποχή του Χαλκού ξεκινάει με τον Ελλαδικό Πολιτισμό (περ. 3200 - 1050 π.Χ.) στα κυκλαδίτικα νησιά του νότιου Αιγαίου και με τον Κυκλαδικό Πολιτισμό (περ. 3200 - 1050 π.Χ.).
Η επιρροή του Μινωικού Πολιτισμού οδήγησε στην ανάπτυξη και άλλων κέντρων, ιδίως στις Μυκήνες με τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό (περ. 1600-1100 π.Χ.) που κυριάρχησε στο τέλος της Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα.
- Η Γραμμική Β είναι η πρώτη γραφή της Ελληνικής γλώσσας (μεταγενέστερη μορφή της Γραμμικής Α) και χρησιμοποιήθηκε στην Μυκηναϊκή Περίοδο, από το 17ο ως τον 13ο Αιώνα π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα.



Σε μερικές επιγραφές της Κνωσού, των Μυκηνών και της Πύλου, έχουμε και καταλόγους των πρώτων υλών, που χρησιμοποιούσαν για τον αρωματισμό του ελαιολάδου.
Ανάμεσα τους, αναφέρονται: ο Κορίανδρος (Coriandrum sativum), το Κύμινο (Cuminum cyminum), η Μίνθη (Mentha spicata), ο Ελελίφασκος (Salvia officinalis), το κρασί και το μέλι.

Ακόμη, γίνεται σαφές ότι υπήρχαν συγκεκριμένα άτομα, που είχαν αναλάβει την παρασκευή των αρωματικών ελαίων στα ανάκτορα, ενώ στις επιγραφές της Πύλου, αναφέρονται και τα ονόματα δύο διακεκριμένων αρωματοποιών της εποχής, του Θυέστη και του Ευμήδη.



Στο "Περί Οσμών" του Θεόφραστου  βρίσκουμε πληθώρα πληροφοριών για την παρασκευή των αρωματικών ελαίων κατά τους ιστορικούς χρόνους.
Σε αυτές, περιγράφονται τόσο τα υλικά που χρησιμοποιούνταν, όσο και οι μέθοδοι της παρασκευής τους.

- Ο Θεόφραστος (371 π.Χ. - 287 π.Χ.) ήταν Έλληνας φιλόσοφος από την Ερεσό της Λέσβου, διάδοχος του Αριστοτέλη στην Περιπατητική Σχολή.

Ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία ότι χρησιμοποιούσαν διάφορα μέρη των φυτών στις παρασκευές, όπως: τα λουλούδια (Τριαντάφυλλο / Rosa, Γιασεμί / Jasminum), τα βλαστάρια (Μοσχοκάρφια / Syzygium aromaticum), τα φύλλα (Λεβάντα / Lavandula, Μέντα / Mentha), τις ρίζες (Ίρις / Iris × germanica, Κύπειρος / Cyperus) και τους σπόρους (Μάραθος /Foeniculum vulgare, Γλυκάνισος / Pimpinella anisum).
Η μέθοδος λήψης των αρωματικών ουσιών τους, ήταν σύμφωνα με τον Θεόφραστο, η εκχύλιση, εν θερμώ ή εν ψυχρώ.

Παράλληλα, η συχνή αναφορά του ελαιόλαδου, υποδηλώνει ότι αποτελούσε την βασικότερη ουσία στην παρασκευή των αρωματικών ελαίων.

- "Η σύνθεση και η παρασκευή των μύρων έχει στόχο να διατηρηθούν κατά κάποιο τρόπο οι οσμές, γι αυτό και προστίθενται (οι αρωματικές ουσίες) στο λάδι, επειδή αυτό διατηρείται για πάρα πολλά χρόνια."
(Θεόφραστος, Περί Οσμών V-14)
- "Για το κάθε μύρο, προσθέτουν τα ταιριαστά αρωματικά, για παράδειγμα: για το Κύπρο, προσθέτουν Καρδάμωμο (Cardamomum) και Ασπάλαθο (Calicotome villosa), αφού τα μουσκέψουν πρώτα σε μυρωδάτο κρασί.
Η παρασκευή του Κύπρου, είναι παραπλήσια με του Ρόδινου μύρου.
Όλα τα μύρα παρασκευάζονται, άλλα από άνθη, από φύλλα ή από κλώνους, άλλα από ρίζες ή από ξύλο και άλλα από καρπούς ή από ρετσίνι.
Όλα στύβονται με πύρωση, ενώ από μερικά προσλαμβάνονται οι κύριες οσμές, ψυχρά και χωρίς πύρωση."
(Θεόφραστος, Περί Οσμών V-22, V-25, VI-27)
- "Από τα άνθη, άλλα έχουν τις ιδιότητές τους, όταν είναι χλωρά, όπως το Ρόδο (Hulthemia × Rosa), ενώ άλλα αφού ξεραθούν, όπως ο Κρόκος (Crocus sativus) και το Νυχάκι (Melilotus officinalis).
Τα μύρα από άνθη φτάνουν συνήθως στην ύψιστη ακμή τους μετά από δίμηνο, ενώ αλλοιώνονται πάνω στο χρόνο."
(Θεόφραστος, Περί Οσμών VII-34, IX-37)
- "Η ένωση και η ανάμειξη των αρωματικών ουσιών δεν είναι καθορισμένη."
(Θεόφραστος, Περί Οσμών IX-39)



Κατά την Κλασική εποχή, το αρωματικό έλαιο μπορεί να παρασκευάζονταν με απλή εμβάπτιση της αρωματικής ύλης (φυτικής ή άλλης προέλευσης) σε κάποιο φυτικό έλαιο καρπών (π.χ. ελαιόλαδο, σησαμέλαιο, αμυγδαλέλαιο), χωρίς θέρμανση (βρασμό) ή με μία από τις περίπλοκες συνταγές που αναγράφονται στα κείμενα του Διοσκουρίδη (Περί Ύλης Ιατρικής).

- Ο Διοσκορίδης ή Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς (π.10 - 90 μ.Χ.) ήταν σημαντικός Έλληνας Ιατρός, Ριζοτόμος, Φαρμακολόγος και Βοτανολόγος.
Εκτός από Πεδάνιος, αποκαλείτο και Αναζαρβεύς, που το είχε επιλέξει ο ίδιος, για να τιμήσει τον τόπον καταγωγής της μητέρας του, τα Ανάζαρβα της Κιλικίας.
Υπηρέτησε ως Ιατρός στον Ρωμαϊκό Στρατό επί της εποχής των Ρωμαίων αυτοκρατόρων: Κλαυδίου (41-54 μ. Χ.) και Νέρωνος (54-68 μ.Χ.)

Οι συνταγές αυτές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε εκείνες που χρησιμοποιούσαν μόνο μία ένα κύρια αρωματική ύλη (ήδυσμα) που έδινε τον τελικό χαρακτήρα στο αρωματικό έλαιο και η οποία είχε συνήθως ελαφριά οσμή (που προερχόταν από φρέσκα λουλούδια, φύλλα ή φρούτα) και σε εκείνες που χρησιμοποιούσαν διάφορες εισαγόμενες αρωματικές ύλες (ηδύσματα) με βαρύ και δυνατό αρωματικό χαρακτήρα (όπως μύρο, κανέλα, βάλσαμο).

Τα αρωματικά έλαια της πρώτης κατηγορίας παράγονταν με την κατεργασία ενός ελαίου-βάσης μέσω στύψης, κάνοντας χρήση διάφορων φυτικών υλικών που καλούνταν στύμματα και τα οποία είχαν ασθενή αρωματικό χαρακτήρα.
Η διαδικασία αυτή δημιουργούσε το έλαιο στύψης.
Το τελικό αρωματικό έλαιο δημιουργούνταν με την προσθήκη της κύριας αρωματικής ύλης (ήδυσμα) στο έλαιο στύψης.

Τα αρωματικά έλαια της δεύτερης κατηγορίας παράγονταν με απευθείας προσθήκη των αρωματικών υλών (ηδυσμάτων) και στυμμάτων σε θερμό έλαιο-βάση, μια διαδικασία που περιελάμβανε και τον βρασμό του μίγματος.